Αρχική » Blonde: Η ταινία του Netflix για την Μέριλιν Μονρόε

Blonde: Η ταινία του Netflix για την Μέριλιν Μονρόε

από Maria Petroutsa

Η Άνα ντε Άρμας υποδύεται την εμβληματικότερη κινηματογραφική σταρ όλων των εποχών στο πολυσυζητημένο όχι-ακριβώς-biopic του Άντριου Ντόμινικ, που βουτάει στον εφιάλτη και αρνείται να βγει.

Μερικοί το προτιμούν σαδιστικό. Η πολυαναμενόμενη ταινία Blonde (Ξανθιά) για την Μέριλιν Μονρόε από τον Αυστραλό σκηνοθέτη Άντριου Ντόμινικ (Σκότωσέ Τους Γλυκά) με την Άνα ντε Άρμας (No Time To Die) στο ρόλο της ζωής της κάνει γκρο πλαν στην τραγωδία του να είσαι η πιο εμβληματική και επιθυμητή σταρ του αμερικάνικου σινεμά και ερμηνεύει το μύθο της ηθοποιού μέσα από μια ασφυκτικά στενή οπτική, καμουφλαρισμένη ως εστέτ συμβολισμό. Βασισμένη στο μυθιστόρημα-τσιμεντόλιθο της Τζόις Κάρολ Όουτς Η Ξανθιά (στα ελληνικά είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καστανιώτη), η ταινία ακολουθεί πιστά το κόνσεπτ της “ελεύθερης απόδοσης” της ζωής, της καριέρας και των προσωπικών δαιμόνων της Μονρόε, παρακολουθώντας την από τη δυστυχισμένη παιδική της ηλικία μέχρι τον πρόωρο θάνατό της στα 36 της χρόνια. Ενδιάμεσα, διογκώνει ή κατασκευάζει αλήθειες, τεντώνοντας τα όρια του biopic στην υπηρεσία της διαιώνισης της κακομεταχείρισης της διάσημης ηθοποιού από την ίδια της τη βιομηχανία και, φυσικά, το αδηφάγο κοινό.

Το Blonde ξεκινά με κάποια κακοποιητικά περιστατικά ανάμεσα στη μικρή Νόρμα Τζιν (Λίλι Φίσερ) και την αλκοολική μητέρα της (Τζουλιάν Νίκολσον) που αποτέλεσαν τη βάση για το δια βίου τραύμα της για την απουσία του πραγματικού της πατέρα και την κατάσταση συνεχούς αναμονής της εμφάνισής του στην οποία βρισκόταν και, σύμφωνα με την ταινία, την οδήγησαν σε κακές επιλογές συζύγων. Στην κρίσιμη για το κινηματογραφικό της breakthrough οντισιόν της, τη βιάζει ο διευθυντής του στούντιο (ο Ντάριλ Ζάνουκ ήταν κάτι σαν τον Χάρβεϊ Γουάινστιν του Old Hollywood, πανίσχυρος και τέρας) – λίγα λεπτά πιο πριν, έχει γίνει η μετάβαση στην ενήλικη Νόρμα/Μέριλιν, την οποία υποδύεται με τρομακτική ομοιότητα η ντε Άρμας. Η εξ’ ολοκλήρου μεταμόρφωσή της ανήκει μάλλον σε μια καλύτερη ταινία, που δεν την προδίδει και της δίνει να κάνει κάτι πιο ενδιαφέρον από deepfakes, ξεσπάσματα και πόζες. Πάντως ακόμα και στις στιγμές που της ξεφεύγει η μεξικάνικη προφορά και αφήνει το προσωπείο να γλιστρήσει για λίγο (θυμίζοντάς μας ότι και αυτή η Μέριλιν είναι ένα κατασκεύασμα) ή στις ελάχιστες πιο τρυφερές ιδιωτικές της στιγμές, η ντε Άρμας κρατιέται όσο μπορεί από την ανθρωπιά που στερεί από το χαρακτήρα της το αρτιστίκ σφαγείο που έχει στήσει ο σκηνοθέτης.

Ο πρώτος της σύζυγος, ο κορυφαίος παίκτης του μπέιζμπολ Τζο Ντι Μάτζιο (Μπόμπι Καναβάλε) την έδερνε, τυφλωμένος από τη ζήλεια για τις προκλητικές της εμφανίσεις (ο Ντόμινικ παρατείνει σε παρανοϊκό βαθμό τα φλας στην κλασικότερη πόζα της από το Επτά Χρόνια Φαγούρα, επιμένοντας στο ένα και μοναδικό του σχόλιο για την Μέριλιν σε ολόκληρη την ταινία, την εκμετάλλευσή της, που είναι τόσο μονόπλευρο όσο και συνηθισμένο). Ο επόμενος σύζυγος, ο σπουδαίος θεατρικός συγγραφέας Άρθουρ Μίλερ (Έντριεν Μπρόντι), την χρησιμοποίησε για μούσα του παρά τη θέλησή της κι ας μην την κακομεταχειρίστηκε. Ωστόσο και αυτός ο γάμος τελείωσε άδοξα, με την Μέριλιν καταρρακωμένη από την αποβολή της. Προηγουμένως, είχε κάνει άλλη μια έκτρωση υπό την πίεση του στούντιο και ο Ντόμινικ χρησιμοποίησε όλες αυτές τις υπαρκτές και φανταστικές αφορμές για να κάνει μια από τις πιο κακόγουστες επιλογές της ταινίας, την εισβολή της κάμερας στη μήτρα της Μέριλιν, με το αποτέλεσμα να μοιάζει με ένα αρρωστημένο Κοίτα Ποιος Μιλάει. Στη σκηνή που θα συζητηθεί περισσότερο από όλες (και που εξασφάλισε στην ταινία το σπάνιο βαθμό “αυστηρώς ακατάλληλο”), άνδρες της Μυστικής Υπηρεσίας παραδίδουν την Μέριλιν στον Πρόεδρο Τζον Κένεντι, ο οποίος την εξαναγκάζει σε στοματικό σεξ ενώ παρακολουθεί ειδήσεις στο κρεβάτι του ξενοδοχείου του, με τον Ντόμινικ να παραλληλίζει την κορύφωση με την εκτόξευση πυραύλου στην τηλεόραση πριν προβάλλει όλο το περιστατικό στην οθόνη ενός κατάμεστου σινεμά. “Οι θεατές και θαυμαστές ήταν και είναι συνένοχοι στο εξευτελισμό της,” μοιάζει να θέλει να πει με τον προφανέστερο τρόπο. 

To Blonde είναι γεμάτο τέτοιες αισθητικές αποφάσεις, από τις εναλλαγές της από την ασπρόμαυρη στην έγχρωμη φωτογραφία και τα διαφορετικά aspect ratios, που δίνουν στο βασανιστήριο της Μονρόε ένα πιο “σοφιστικέ” περιτύλιγμα, σαν να θέλει ο δημιουργός να διαχωρίσει τη θέση του από τη χυδαιότητα των ταμπλόιντ και να ανακοινώσει ότι εδώ πρόκειται για σοβαρό σινεμά με οσκαρικές βλέψεις. Η απουσία οποιασδήποτε περιέργειας για την προσωπικότητα της Μονρόε ή τη σχέση της με τη δουλειά της κάνει την ταινία απλώς μια τρίωρη αναπαράσταση των συμφορών της. Τι προσφέρει στη σύγχρονη συνδιάλεξη με το μύθο της η συνεχής θυματοποίησή της; Η περίπλοκη ψυχολογία της είναι καλά καταγεγραμμένη (όπως και οι υποθέσεις γύρω από αυτή), όμως η Μονρόε δεν ήταν άλλη μια χαζή, άτυχια ξανθιά: είχε τα κότσια να σπάσει το συμβόλαιό της με την 20th Century Fox, ίδρυσε τη δική της εταιρεία παραγωγής, συνεργάστηκε με μεγάλους σκηνοθέτες, ήταν φίλη και σύμμαχος με γυναίκες του χώρου όπως η Έλλα Φιτζέραλντ την οποία βοήθησε στην καριέρα της και ρίσκαρε τη φήμη της κρατώντας εχθρική στάση απέναντι στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων κατά τη διάρκεια της έρευνάς τους για τον Μίλερ. Φυσικά η τέχνη δεν οφείλει να κάνει τον ιστορικό ή τον fact-checker, όμως ακόμα και σαν αντι-βιογραφική ταινία, το Blonde δεν καταλήγει σε κάποια επιφοίτηση ούτε ξεσκεπάζει μια καλά κρυμμένη αλήθεια για το αντικείμενό του, γεγονός που θα το έκανε να κερδίσει επάξια τα διαπιστευτήριά του. 

Μέχρι να φτάσει στη λυπητερή εικόνα του τέλους της, η ταινία καθρεφτίζει ένα άλλο, πολύ καλύτερο σκοτεινό παραμύθι για τις ψεύτικες υποσχέσεις του Χόλιγουντ, την Οδό Μαλχόλαντ του Ντέιβιντ Λιντς (κι εκεί μια ηθοποιός έπλασε μια λαμπερή περσόνα και είχε την ίδια κατάληξη στην κρεβατοκάμαρά της), χωρίς βεβαίως να ενδιαφέρεται για το μυστήριο ή τις συνθήκες της συγκεκριμένης εποχής στη συγκεκριμένη πόλη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αναρωτιέται κανείς τι μπορεί να αποκομίσει ο μέσος θεατής του Netflix –σε περίπτωση που έχει την υπομονή να παρακολουθήσει για 3 ώρες– για τους λόγους που η Μέριλιν Μονρόε απέκτησε θεϊκό στάτους τον 20ό αιώνα και για το ενδιαφέρον που προκαλεί ακόμα και σήμερα η θυελλώδης ζωή της και ο πρόωρος θάνατος στα 36 της. Πολύ πιθανό να σκεφτεί “ρε τι τράβηξε η καημένη… αλλά έτσι είναι η δόξα” πριν καταφύγει στην οικειότητα της επόμενης αλγοριθμικής πρότασης. Από περιέργεια, αναζητήσαμε τι βγαίνει: η άγνωστη αποτυχία του 2015 Fashion Chicks για μια ντροπαλή μπλόγκερ που προσποιείται ότι είναι influencer μόδας.

Πηγή Popaganda

Επιμέλεια- Παρουσίαση Μαρία Πετρουτσά

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

-
00:00
00:00
Update Required Flash plugin
-
00:00
00:00