Η αχαριστία, λένε, είναι ελάττωμα χαρακτήρα. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, μοιάζει να έχει αναχθεί σε πολιτική στρατηγική. Ένας δήμαρχος που χτίστηκε πάνω στον λόγο άλλων, ανέβηκε χάρη στην εμπιστοσύνη που του δόθηκε και μόλις εξασφάλισε την καρέκλα, σταδιακά έκοψε τη γέφυρα πίσω του. Σαν να ντράπηκε για εκείνους που τον ανέδειξαν. Υποσχέθηκε. Όχι γενικά και αόριστα, αλλά συγκεκριμένα. Υποσχέθηκε στον άνθρωπο-κλειδί, εκείνον που έβαλε πλάτη, που μίλησε στον κόσμο, που εγγυήθηκε με το όνομά του ότι αυτός ο άνθρωπος «αξίζει». Χωρίς εκείνον, η εκλογή θα ήταν απλώς μια φιλοδοξία. Με εκείνον, έγινε πραγματικότητα. Και μόλις η πραγματικότητα τον βόλεψε, η υπόσχεση έγινε βάρος.
Αχαριστία; Όχι, κάτι χειρότερο. Αγνωμοσύνη με πολιτικό κοστούμι. Γιατί δεν είναι απλώς ότι δεν τήρησε τον λόγο του. Είναι ότι έκανε πως δεν ειπώθηκε ποτέ. Σαν να μην υπήρξε ποτέ η στήριξη, η επιρροή, η εμπιστοσύνη του κόσμου που κερδήθηκε με κόπο. Ο άνθρωπος που άνοιξε πόρτες, μετατράπηκε ξαφνικά σε ενοχλητική υπενθύμιση.
Και κάπως έτσι εξηγούνται όλα. Τα χάλια της πόλης δεν έπεσαν από τον ουρανό. Είναι το φυσικό επακόλουθο ενός δημάρχου που θεωρεί τον λόγο του αναλώσιμο και τους ανθρώπους εργαλεία μιας χρήσης. Όταν προδίδει εκείνον που τον ανέδειξε, μην απορείς που προδίδει μια ολόκληρη πόλη…
Δυστυχώς, η πόλη έπεσε θύμα ψεύτικων υποσχέσεων και ωραίων λόγων χωρίς αντίκρισμα. Ψήφισε «αλλαγή» και πήρε αδιαφορία. Περίμενε συνέπεια και βρήκε σιωπή. Γιατί ένας πολιτικός που δεν κρατά τον λόγο του δεν μπορεί να κρατήσει ούτε την πόλη του όρθια. Και ας το θυμάται καλά: οι καρέκλες έχουν ημερομηνία λήξης. Η αχαριστία όμως μένει. Και γράφεται στην ιστορία…
Ν. Σκιά – για όσους θυμούνται

